Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

ΚΑΙ ΛΙΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ



ΤΟΞΟΒΟΛΙΑ - ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Το τόξο και το βέλος έχουν πολεμική και κυνηγετική προέλευση που χάνεται στα βάθη του χρόνου. Υπάρχουν ενδείξεις χρήσης του τόξου που παραπέμπουν στην παλαιολιθική εποχή, 20.000 χρόνια πρίν. Ολοι οι λαοί του πλανήτη έχουν στην ιστορία τους ενδείξεις χρήσης του τόξου. Από τους κατοίκους του παγωμένου βορρά έως αυτούς της γης του πυρός, όλοι χρωστάμε σημαντικό μέρος της εξελικτικής μας πορείας στο τόξο.
Είναι το πρώτο όπλο που έδινε την δυνατότητα στον άνθρωπο να επιτεθεί από απόσταση μεγαλύτερη από εκείνη που καλύπτει ένα εγχειρίδιο και επομένως ήταν, μαζί με το ακόντιο, τα πρώτα εκηβόλα όπλα. Το τόξο δεν είναι τίποτα άλλο από μια εκπληκτική μηχανή αποθήκευσης της ήπιας δυναμικής ενέργειας του ανθρώπινου σώματος και μετατροπής της σε ακαριαία αποδιδόμενη κινητική. Αναμφισβήτητα πρόκειται για την πρώτη εφεύρεση που επιτυγχάνει την αποθήκευση ενέργειας μέσω της παραμόρφωσης της ύλης και μάλιστα με τεράστια χρονική διαφορά από τη δεύτερη που θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο καταπέλτης ή το ελατήριο που εμφανίστηκαν πολύ αργότερα.
Αυτή ακριβώς η θαυμαστή ιδιότητά του είναι που το συνέδεσε στις συνειδήσεις των αρχαίων λαών με τους θεούς. Στο δωδεκάθεο η τέχνη του τόξου - η τοξευτική - διδάσκεται και προστατεύεται από το θεό Απόλλωνα και την αδελφή του Αρτεμη.
Ολοι οι λαοί της αρχαιότητας, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, χρησιμοποίησαν το τόξο και σαν πολεμικό όπλο εκτός από κυνηγετικό.
Η πρώτη ιστορικά βεβαιωμένη χρήση του τόξου έγινε από τους αρχαίους Αιγυπτίους, περί τα 5.000 χρόνια πριν, εναντίον των Περσών που πολεμούσαν ακόμα με ακόντια και σφεντόνες. Ηταν ένα μακρύ κομμάτι ελαστικού ξύλου που με την χρήση ενός τένοντα (χορδή) έπαιρνε καμπύλο σχήμα. Πιθανολογείται ότι οι Ασσύριοι γύρω στο 1.200 π.χ. προσέθεσαν στο απλό καμπύλο σχήμα του τόξου δύο προεκτάσεις στα άκρα σε σχήμα κύρτωσης αντίθετης προς την καμπύλη του τόξου, δημιουργώντας έτσι ένα νεο τύπο τόξου: το αντίκυρτο τόξο γνωστό και σαν recurve (ρικέρβ). Το αντίκυρτο τόξο ήταν μια σημαντική εξέλιξη γιατί ήταν και δυνατότερο και πολύ κοντύτερο πράγμα που το έκανε πιο ευέλικτο και βολικό για τους έφιππους πολεμιστές. Σπουδαίοι τοξότες, έφφιποι και μη, ήταν και οι Σκύθες. Χρησιμοποιούσαν ένα αντίκυρτο τόξο φτιαγμένο από ξύλο, τένοντα και κέρατο ζώου γνωστό σαν ασιατικό σύνθετο (asiatic composite)
Στην Αρχαία Ελλάδα το τόξο είχε κυρίως κυνηγετική χρήση, σαν πολεμικό όπλο αναδείχθηκε κατά την διάρκεια του πελοπονησιακού πολέμου. Δεν θεωρήθηκε ποτέ αγώνισμα άξιο να συμπεριληφθεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες γιατί, σαν εκηβόλο όπλο, δεν αναδείκνυε την ανδρεία του πολεμιστή.Οι Eλληνες χρησιμοποιούσαν και απλά και αντίκυρτα τόξα. Για την κατασκευή τους είναι γνωστοί δυο τρόποι. Στον πρώτo (*) χρησιμοποιούσαν ένα καμπύλο στέλεχος, ισχυρό και ελαστικό, κατασκευασμένο από ξύλο κρανιάς. Στo δεύτερo (**), το στέλεχος γίνονταν από δύο κέρατα αντιλόπης ή άλλου οπληφόρου ζώου τα οποία αφού πλάνιζαν έτσι ώστε να γίνουν ελαστικά, τα έδεναν μέσω της βάσης τους σε ξύλινη λαβή. Στα δυο άκρα άκρα του στελέχους δένονταν η νευρά, χορδή κατασκευασμένη από νεύρα ή συνεστραμμένα έντερα ζώων. Το βέλος ή τόξευμα ήταν από σκληρό ξύλο κατεργασμένο σε λεπτό κύλινδρο μήκους 45εκ έως 60εκ που στη μια άκρη του είχε σφηνωμένη σιδερένια ή ορειχάλκινη αιχμή και στην άλλη είχε χάραγμα, τη γλυφίδα, για να προσαρμόζεται στη νευρά. Για σταθερότητα στη βολή διέθετε και διπλή φτέρωση στο πίσω μέρος. Τα βέλη τοποθετούνταν σε ειδική θήκη με πώμα, τη φαρέτρα που χωρούσε έως 20 βέλη. Η θήκη φύλαξης του τόξου λεγόταν γωρυτός. Το βεληνεκές έφτανε και τα 200μ!, πράγμα πολύ σημαντικό όταν γίνονταν συγκεντρωτική τόξευση εναντίον αντίπαλου στρατού σε πυκνό σχηματισμό. Το τόξο είχε πρώτα εισαχθεί στη Κρήτη. Στη ηπειρωτική Ελλάδα πρωτοεμφανίζεται στο μυκηναϊκό πολιτισμό. Σύμφωνα με την Ιλιάδα, χρησιμοποιήθηκε εκτενώς κατά την πολιορκία της Τροίας όπου έγιναν και οι γνωστοί ταφικοί αγώνες με τόξο, άρμα και ακόντιο, που διοργάνωσε ο Αχιλλέας προς τιμή του Πάτροκλου. Στην αρχαϊκή και κλασσική εποχή οι τοξότες μαζί με τους ακοντιστές και τους σφενδονίτες αποτελούσαν το ελαφρύ πεζικό - τους "ψιλούς". Επειδή το τόξο για να είναι αποτελεσματικό χρειαζόταν πολύχρονη εξάσκηση και αφιέρωση, πράγματα που δεν διέθεταν οι πολίτες που συνήθως απάρτιζαν το ελαφρύ πεζικό, οι περισσότερες πόλεις-κράτη προτιμούσαν να χρησιμοποιούν σώματα μισθοφόρων τοξοτών. Φημισμένοι μισθοφόροι τοξότες ήταν οι Κρήτες και οι Σκύθες, αλλά καλούς τοξότες είχαν και άλλες πόλεις όπως η Χίος, η Δήλος, η Ρόδος, η Κύπρος. Ο Γέλων στις Συρακούσες διέθετε το 480 π.χ. δύναμη από 2.000 τοξότες. Οι Αθηναίοι το 479 π.χ. είχαν σημαντική δύναμη που διακρίθηκε εαντίον του περσικού ιππικού πριν από την μάχη των Πλαταιών. Από τα μέσα του 5ου αιώνα οι Αθηναίοι δημιούργησαν μόνιμο σώμα τοξοτών. Στις παραμονές του πελοποννησιακού πολέμου ο Περικλής ανέφερε ότι διέθεταν 1.600 τοξότες πεζούς, εκτός από τους έφιππους, τους ονομαζόμενους ιπποτοξότες. Φημισμένοι τοξότες ήταν ο ήρωας Ηρακλής με το θεϊκό τόξο που του χάρισε ο Απόλλωνας, ο πολυμήχανος Οδυσσέας με το πανίσχυρο τόξο του γίγαντα Εύρυτου, ο Πάνδαρος που είχε διδαχθεί την τέχνη από τον ίδιο τον Απόλλωνα, ο θεσσαλός Φιλοκτήτης με το τόξο του Ηρακλή, ο κρής Μηριόνης που νίκησε στους ταφικούς αγώνες της Τροίας και άλλοι πολλοί.
Στην Κίνα οι πρώτες αναφορές ανήκουν στην δυναστεία των Σάνγκ (18 έως 10 αι. π.χ.) όπου εμφανίζεται σε πολεμικό άρμα με οδηγό, ακοντιστή και τοξότη. Αργότερα εμφανίζεται και η αγωνιστική τοξοβολία σε αγώνες μεταξύ των ευγενών.Κατά τον 6ο αι. π.χ. το τόξο εμφανίζεται στην Ιαπωνία, όπου και εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες πολεμικές τέχνες η οποία φτάνει ως τις μέρες μας με την ονομασία kyudo (ο δρόμος του τόξου). Το kyudo σήμερα διδάσκεται με το παραδοσιακό τρόπο από εξειδικευμένες σχολές σε όλο τον κόσμο σαν μια από τις παραδοσιακές Ιαπωνικές πολεμικές τέχνες. Ο Τζένκις Χάν (12αι. έως 13αι. μ.χ.) και οι μογγόλοι του κατέκτησαν μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της Ασίας με το σώμα των έφιππων τοξοτών οι οποίοι με το κοντό και δυνατό αντίκυρτο τόξο τους σάρωναν τις γραμμές του εχθρού.
Η πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ολοκληρώθηκε στην αρχή της εποχής του μεσαίωνα όταν αυτοί νικήθηκαν από τους υπέρτερους τοξότες των Ούνων, των Βανδάλων και των Γότθων.
Από τον πρώιμο μεσαίωνα ακόμα, το τόξο άρχισε να απειλείται από την εμφάνιση μιάς άλλης μηχανής εκτόξευσης βελών: τη βαλλίστρα (αγγλ. crossbow). Η παλαιότερη ιστορικά βεβαιωμένη εμφάνισή της γίνεται στην αρχαία Ελλάδα κατά τον 4ο αιώνα π.χ. Το όπλο ονομαζόταν γαστραφέτης (αγγλ. gastraphetes) και η περιγραφή του σώθηκε από τον Ηρωνα τον Αλεξανδρινό (1ος αιώνας π.χ). Παράλληλα εμφανίζεται και στην αρχαία Κίνα περίπου την ίδια περίοδο. Η βαλλίστρα έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στους στρατούς της δύσης, γιατί αφενός δεν χρειαζόταν παρά ελάχιστη εκπαίδευση στην χρήση της, και αφετέρου είχε πολύ μεγαλύτερη διατρητική ικανότητα λόγω ενός συστήματος μοχλών που βοηθούσαν στην τάνυση των πολύ δυνατών ελασμάτων. Ενας χειριστής βαλλίστρας (αγγλ. crossbowman) ήταν πολύ οικονομικότερος σε σχέση με ένα τοξότη λόγω της ελάχιστης εκπαίδευσης, αλλά και άμεσα αντικαταστάσιμος σε περίπτωση ατυχήματος. Αρκεί να αναφέρουμε ότι ένας μελλοντικός τοξότης εξασκείτο καθημερινά στο τόξο από την εφηβεία κιόλας προκειμένου να γίνει αποτελεσματικός στρατιώτης αρκετά χρόνια μετά. Αντίθετα τη βαλλίστρα μπορούσε να χειριστεί ένας οποιοσδήποτε στρατιώτης και να πάρει μέρος σε μάχη με ολιγόωρη εκπαίδευση. Τελικά το τόξο επιβίωσε και αντιμετώπισε με επιτυχία τη βαλλίστρα λόγω της ταχυβολίας του και του πολύ μεγαλύτερου βεληνεκούς του, στοιχεία σημαντικά για τις πολυπληθείς μάχες ανοικτού πεδίου της εποχής.
Διάσημος τοξότης του μεσαίωνα ήταν ο Αγγλος Robin Hood που έγινε θρύλος στους μετέπειτα αιώνες (ο Γουλιέλμος Τέλλος αντίθετα χρησιμοποιούσε βαλλίστρα και όχι τόξο, όπως λανθασμένα αναφέρεται ακόμα και σε επίσημα έντυπα)
Οι πιο φημισμένοι τοξότες της μεσαιωνικής Ευρώπης ήταν οι Αγγλοι. Είναι ιστορικά αναγνωρισμένο ότι οι συντριπτικές νίκες της Αγγλίας στις μάχες των Crécy, Poitiers και Agincourt εναντίον των Γάλλων, κατά τον Εκατονταετή πόλεμο (14ος - 15ος αι.), στηρίχθηκαν κατά πολύ στο φημισμένο longbow. Στη μάχη του Crécy (1346μ.χ.) οι Αγγλοι με 11.000 τοξότες, 3.900 ιππότες και 5.000 στρατιώτες παρατάχθηκαν εναντίον Γαλλικής δύναμης από 12.000 σιδηρόφρακτους ιππότες, 20.000 στρατιώτες, 6.000 γενοβέζους μισθοφόρους με βαλλίστρα και άγνωστου αριθμού ιππέων. Στο τέλος της ημέρας το longbow άφησε νεκρούς τουλάχιστον 1.500 Γάλλους ιππότες συν άγνωστο αριθμό στρατιωτών και μισθοφόρων, ενώ οι Αγγλοι δέχθηκαν ασήμαντες ζημιές. Mε την νίκη του Crécy αποδείχθηκε για πρώτη φορά ότι το τόξο ήταν υπέρτερο της βαλλίστρας και στο βεληνεκές αλλά και στην ταχυβολία, με αποτέλεσμα να αρχίσει να εκτοπίζει την βαλλίστρα.
H αρχή του τέλους της ένδοξης πορείας του τόξου σαν πολεμικό και κυνηγετικό εργαλείο ήλθε με την διάδοση της πυρίτιδας στην Ευρώπη (15os αι. μ.χ.). Oταν το 1588 μ.χ. οι Αγγλοι με δοκιμαστική χρήση τουφεκιών από 10.000 στρατιώτες νίκησαν την Ισπανική αρμάδα που βασιζόταν σε τοξότες έγινε πλέον φανερή η συνέχεια. Πράγματι το τόξο άρχισε να υποχωρεί ραγδαία μέχρι που έφτασε στον 17ο αι. να περιοριστεί κυρίως σε άθλητικές εκδηλώσεις.
Οι ιθαγενείς της Αμερικανικής ηπείρου ήταν σπουδαίοι έφφιποι τοξότες και χρησιμοποιούσαν το τόξο σαν βασικό εργαλείο για την επιβίωσή τους σχεδόν μέχρι και τον 18ο αι. Αλλά δυστυχώς η τέχνη τους δεν τους έσωσε από τον αφανισμό που τους επέβαλαν τα πυροβόλα των κατακτητών Ευρωπαίων.
Σε μερικές περιοχές του κόσμου όπως στις παρθένες περιοχές του δάσους του Αμαζονίου ή στην Αφρικανική ενδοχώρα υπάρχουν φυλές ιθαγενών που χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα το τόξο για επιβίωση.
Η τοξοβολία σήμερα είναι αρκετά διαδεδομένη και ασκείται σαν άθλημα ή χόμπυ με διάφορες μορφές: σκοπευτική, κυνηγετική, ανοικτού πεδίου κλπ.
Εμφανίστηκε σαν ολυμπιακό άθλημα το 1900 στο Παρίσι και ασκήθηκε έως την Ολυμπιάδα του 1920 στην Αμβέρσα οπότε και καταργήθηκε. Ξαναεμφανίστηκε το 1972 στους Ολυμπιακούς του Μονάχου σαν ατομικό άθλημα. Από τους Ολυμπιακούς της Σεούλ του 1988 προστέθηκε το ομαδικό.